Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ : Διατί αἰσθάνομαι ὑπερήφανος


      Ἐλέω Θεοῦ, ἔχω δύο Πατρίδες: τήν Ἑλλάδαν, λόγω Ἑλλήνων γονέων προ-γόνών τε καί τήν Ρωσίαν, καθ’ ὅσον ἐγεννήθην εἰς τήν ρωσικήν παράκτιαν πόλιν Τουαψέ.  
      Κατά τήν παιδικήν μου ἡλικίαν, τά δίσεκτα ἔτη τῆς ναζιστικῆς Κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος, παρακολουθώντας παρανόμως ραδιοφωνικές ἐκπομπές, ἐπηρεασμέ-νός ἀπό τίς νίκες τοῦ «Κόκκινου Στρατοῦ» καί τά ἐπιστημονικοῦ ἐπιπέδου συνθήματα τῶν κομμουνιστῶν, ἀκόμα καί κατά τήν ἀνώριμον ἀνδρικήν πλέον ἡλικίαν, χωρίς ποτέ νά διαβάσω Μάρξ, Λένιν, Στάλιν κλπ, ὑπῆρξα κομμουνι-στής!
      Τόν Αὔγουστον τοῦ 1961, ἀκολουθώντας τούς γονεῖς μου, μετέβην εἰς τήν ΕΣΣΔ διά μόνιμον ἐγκατάστασιν καί μετά ἀπό πολλές περιπέτειες μέ προ-σέλαβαν κατ’ ἀρχάς ὡς ἐκφωνητήν εἰς τήν Ἑλληνικήν σύνταξιν τοῦ Κεντρικοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Μόσχας, ἐξελίχθην δέ, ὡς μεταφραστής Ἀνωτάτης κατηγορίας καί δημοσιογράφος. Παραλλήλως, ἐδίδαξα εἰς δύο ΑΕΙ τῆς ΕΣΣΔ: τό Κρατικόν Ἰνστιτοῦτον Διεθνῶν Σχέσεων τῆς Μόσχας καί τό Πανεπιστήμιον «Φιλίας τῶν Λαῶν» Πατρίς Λουμούμπα.
      Ὅταν διάβασα ὅμως Μάρξ, Λένιν, Στάλιν κλπ, καί ἐβίωσα τήν πραγματικό-τηταν, μετεξελίχθην εἰς ἀντικομμουνιστήν, τήν δέ κομμουνιστικήν θεωρίαν τήν ὀνόμασα: Κομμουνιστίτιδαν!
      Βεβαίως, ὁ ἄγρυπνος ὀφθαλμός τῆς KGB παρακολουθοῦσε τήν ἐξέλιξίν μου, εἰς σημεῖον ὥστε νά ἐνδιαφερθῆ ὁ ἴδιος ὁ ἐπικεφαλῆς της, ὁ Γιούρυϊ Ἀντρώπωφ, γεγονός πού ἐβοήθησεν εἰς τόν ἀπρόσκωπτον ἐπαναπατρισμόν μου εἰς τήν Ἑλλάδαν, οἰκογενειακῶς!
      Ἡ πατρική οἰκία τῆς μητρός μου κατά τήν 15-ετήν παραμονήν μας εἰς τήν ΕΣΣΔ εἶχεν μετατραπεῖ εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμόν 1 πολυκλινικήν τῆς παρακτίου πό-λεως Σότσι, διαθέτοντας 20 δωμάτια.
      Τόν Ἀπρίλιον τοῦ 2016 ἔλαβα πρόσκλησιν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πόλεως Κρασνοντάρ, ὡς πρώην καθηγητής καί μέλος τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συμβουλίου τοῦ τμήματος τοῦ Πανρωσικοῦ Ἱδρύματος Ἐκπαιδεύσεως: «SUPER», πού εἶναι ἀρκτικόλεξον καί σημαίνει: Ἕνωσις Ἐπιστημόνων Παιδαγωγῶν τῆς Ρωσίας.
      Ἐπί τῇ εὐκαιρία, ἐπισκέφθηκα τό Σότσι διά νά ἀποθέσω ἄνθη εἰς τούς τά-φους τοῦ πατρός μου, τῶν νονῶν μου καί συγγενῶν. Ἡ πατρική οἰκία τῆς μητρός μου ἀνακαινίζετο, λόγω μεταφορᾶς τῆς Πολυκλινικῆς ὑπ’ ἀριθμόν 1 τῆς πόλεως, μέ προορισμόν νά στεγάση Μουσεῖον Τέχνης.
      Ἐπιστρέφοντας εἰς τήν Ἑλλάδαν ἐπικοινώνησα μέ τήν Διευθύντριαν τοῦ Μουσείου Ξένια Γκαράνινα, ἡ ὁποία ἔδωσε τήν ἠλεκτρονικήν μου διεύθυνσιν εἰς τόν Ἀρχαιολόγον Ἀντρέϊ Κιζίλωφ, ὁ ὁποῖος, σύν τοῖς ἄλλοις, μο ἀπέστειλε τό κάτωθι ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐπικοινωνίαν του μέ τήν σύνταξιν «Кругозор» (Ὁρίζων), τό ὁποῖον παραθέτω εἰς τό πρότυπον καί ἀκολουθεῖ ἡ μετάφρασίς μου:





К десятой пластинке и странице 16:
Перебирая коробки с плёнками звуковых страниц «Кругозора», нередко можно встретить на их этикетках загадочное слово «Мавропулос». Грек Костя Мавропулос был моим знакомцем из солнечного края чистой Эгейской воды. Настолько чистой и звонкой воды, что работал диктором в греческой редакции Московского радио. Политических его пристрастий я не знал, ими не интересовался, ибо он Танцевал. И не какую-нибудь ламбаду, которая лишь до немыслимости развивает гибкость тазобе-дренного сустава. Он танцевал сиртаки. Поскольку этот танец не инди-видуальный, но общественный, требующий, как минимум, пары, поведаю тебе, о читатель, о его, Кости, жене. Её звали Зина. Прекрасная жена, но не гречанка, а простая русская в возвышенном, некрасовском смысле баба, звукооператор, как и я тогда. О, как она его любила, как любила, постоянно доказывая это на деле. Иногда Костя бывал бледноват… Однако, о сиртаки. Это было в их кухне, где мы все собирались, и куда нас доставил тот такси-экипаж… Кухня была маленькая. Но раздавались аккорды имени Микиса Теодоракиса, и, стоя рядом, положив руки на плечи друг другу, Зина и Костя открывали серию ритуальных, невероятно плавных и одновременно ритмичных движений, известных сегодня всему миру. Быстро переступив одной ногою в сторону и медленно подтягивая другую, слегка приседая и резко распрямляясь, они, невеликие ростом, вырастали до олимпийских высот. Они заводили ногу за ногу во встре-чном кросс-шассе, расходились и снова сливались, скользя и слегка подскакивая. Они священнодействовали. И исчезала кухня, растворя-лись очертания вульгарной газовой плиты (plitos vulgaris gazos). Исчезала Костина кацавейка на меху, превратившись в белоснежный хитон (χιτονος). Наманикюренные Зинины ногти овеществляли гениаль-ный гекзаметр Гомера: «Встала из мрака младая, с перстами пурпурными Эос…» Это были не Костя и Зина, а Костас и прекрасная Елена-Зинаида Мавропулос, и греческие боги, совместно с полубогами, аплодировали им, как на открытии Афинской Олимпиады. Мы тоже…
Недавно я узнал о его судьбе: «Костас Мавропулос, журналист, писатель, переводчик и общественный деятель, засланный в Грецию в качестве агента КГБ, оказавшись на исторической родине, нашёл в себе мужество отвергнуть сотрудничество с тоталитарным режимом, хотя многие его бывшие коллеги, спокойно получив свои «тридцать серебряников», теперь значатся среди богатейших людей страны». Уверен, что это во многом потому, что он танцевал сиртаки.


Μετάφρασις:
Εἰς τόν δέκατον δίσκον καί σελίδαν 16:
      Ἐξετάζοντας ἀλληλοδιαδόχως τά κιβώτια μέ τίς ταινίες τῶν ἠχητικῶν σε-λίδων τοῦ περιοδικοῦ «Ὁρίζων», συχνάκις ἀπαντᾶς εἰς τίς ἐτικέτες τήν αἰνι-γματικήν λέξιν «Μαυρόπουλος». Ὁ Ἕλλην Κώστας Μαυρόπουλος ἦτο γνωστός μου ἀπό τόν ἡλιόλουστον τόπον τῶν κρυστάλλινων ὑδάτων τοῦ Αἰγαίου. Τά ὕδατα αὐτά ἦσαν τόσον κρυστάλλινα καί ἠχηρά, πού ἠργάσθη ὡς ἐκφωνητής  εἰς τήν Ἑλληνικήν σύνταξιν τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Μόσχας. Τίς πολι-τικές του ἀντιλήψεις δέν τίς γνώριζα, διότι δέν μέ ἐνδιέφεραν, ἐπειδή ἐκεῖνος Χόρευε. Δέν χόρευε κάποια Λαμπάντα, πού ἀναπτύσσει μόνον τήν εὐλυγισίαν τῆς ἰσχιακῆς κλειδώσεως. Ἐκεῖνος χόρευε «συρτάκι». Καθ’ ὅσον αὐτός ὁ χορός δέν εἶναι ἀτομικός, ἀλλά συλλογικός, χρειάζεται τό ὀλιγοτερον ζεῦγος, σέ  ἐνημερώνω, ἀναγνώστα, διά τήν σύζυγον τοῦ Κώστα. Ὀνομαζόταν Ζήνα. Ἦτο θαυμάσια σύζυγος, ἀλλά δέν ἐπρόκειτο δι’ Ἑλληνίδαν, ἀλλά διά ἁπλήν Ρωσίδαν μέ τήν ὑψηλήν, ἀντίληψιν τοῦ Νεκράσωφ «γυναίκα», ἠχολήπτριαν, ὅπως καί ἐγώ τότε. Πόσον τόν ἀγαποῦσεν, τό ἀπεδείκνυε ἐμπράκτως.  Κάποτε, ὁ Κώστας ἐβυθίζετο εἰς σκέψεις…
      Ὠστόσον, ἅς ἐπανέλθωμεν εἰς τό συρτάκι. Αὐτό συνέβαινε εἰς τήν κουζί-ναν τους, ὅπου μᾶς μετέφερε κάποιο ταξί. Ἡ κουζίνα ἦτο μικρή. Ἀντηχοῦσαν οἱ συγχορδίες τοῦ Μίκη Θεοδωράκη καί ἱστάμενοι πλησίον, μέ τάς χείρας εἰς τούς ὤμους ἀλλήλων, ἡ Ζήνα καί ὁ Κώστας ἐπεδείκνυαν σειράν τελετουργι-κῶν, ἀπιθάνως ἁρμονικῶν καί ταυτοχρόνως ρυθμικῶν κινήσεων, γνωστές πλέον ἀνά τόν κόσμον. Ἀπλώνοντας γοργά τόν ἕναν πόδαν εἰς τό πλάϊ καί ἀργῶς πλησιάζοντας τόν ἄλλον, ἐλαφρῶς καθίζοντας καί ἀποτόμως ὑψώμενοι, παρά τό μικρόν ἀνάστημά των, μεταφέρονταν εἰς Ὀλύμπια ὕψη. Ἐκεῖνοι, σταυρώνοντας τούς πόδας τους, ἀπομακρύνονταν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί ἐκ νέου συνδέονταν, ὀλισθαίνοντας καί ἐλαφρῶς πλησιάζοντας. Ἁπλῶς, ἱερου-ργοῦσαν. Ἡ κουζίνα ἐξαφανιζόταν, ἐξέλειπεν τό περίγραμμα τῆς κουζίνας ἀερίου. Ἐξαφανιζόταν τό γούνινον γιλέκο τοῦ Κώστα, μεταλλασσόμενον εἰς χιονόλευκον χιτώναν. Οἱ βαμμένοι ὄνυχες τῆς Ζήνας ὁροθετοῦσαν τό μεγαλο- φυές ἑξάμετρόν του Ὁμήρου: «ἦμος δ’ ἠριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ἠῶς…»
      Δέν ἦσαν ὁ Κώστας καί ἡ Ζήνα, ἀλλά ὁ Κώστας καί ἡ Πανέμορφη Ἑλένη- Ζηναΐς Μαυροπούλου καί οἱ Ἕλληνες Θεοί μέ τούς Ἡμιθέους, τούς χειροκρο-τοῦσαν, ὅπως εἰς τήν Ὀλυμπιάδαν τῶν Ἀθηνῶν. Καί ἐμεῖς…  
      Προσφάτως, ἔμαθα διά τήν ζωήν του: «Ὁ Κώστας Μαυρόπουλος, δημο-σιογράφος, συγγραφεύς, μεταφραστής καί κοινωνικός παράγων, ἀπεσταλμέ-νός εἰς τήν Ἑλλάδαν ὡς πράκτωρ τῆς  KGB, εὑρισκόμενος εἰς τήν ἱστορικήν του Πατρίδαν, εἶχεν τό θάρρος νά ἀπορρίψη τήν συνεργασίαν μέ τό ὁλοκλη-ρωτικόν καθεστώς, ἄν καί πολλοί πρώην συνεργάτες του, λαμβάνοντας τά «τριάκοντα ἀργύρια», σήμερον συμπεριλαμβάνονται μεταξύ τῶν πλουσιοτέ-ρων ἀτόμων τῆς χώρας».
      Εἶμαι βέβαιος ὅ,τι αὐτό ὀφείλεται κατά πολύ εἰς τό γεγονός, πώς ἐκεῖνος  χόρευε συρτάκι.
………………………………………………………………………………………………………………
      Ὅταν πρώην συνάδελφοι σέ θυμοῦνται μέ παρόμοιους λόγους, εἶναι νά μήν αἰσθάνεσαι ὑπερήφανος;

Κώστας Μαυρόπουλος

Δημοσιογράφος-συγγραφεύς